Η διαλειμματική νηστεία κάνει καλό στη μνήμη, σύμφωνα με νέα μελέτη
Ο περιορισμός των γευμάτων σε εννέα ώρες και η αποφυγή φαγητού πριν τον ύπνο συνδέθηκαν με καλύτερες επιδόσεις σε τεστ μνήμης και σκέψης.
Δεν έχει σημασία μόνο τι τρώμε, αλλά ίσως και πότε τρώμε. Σύμφωνα με νέα έρευνα που επικαλείται η εφημερίδα The Guardian, ο περιορισμός των γευμάτων μέσα σε ένα χρονικό παράθυρο περίπου εννέα ωρών, σε συνδυασμό με την αποφυγή φαγητού τις τέσσερις τελευταίες ώρες πριν από τον ύπνο, ενδέχεται να συμβάλλει στη διατήρηση των γνωστικών λειτουργιών όσο μεγαλώνουμε.
Τα αποτελέσματα προέρχονται από μια μικρή κλινική μελέτη και οι επιστήμονες τονίζουν ότι χρειάζονται μεγαλύτερες έρευνες για να επιβεβαιωθούν. Ωστόσο, τα πρώτα δεδομένα δείχνουν ότι ο χρονικός περιορισμός της λήψης τροφής ίσως προσφέρει οφέλη που ξεπερνούν ακόμη και εκείνα της απλής απώλειας βάρους .
Η άνοια και οι παράγοντες κινδύνου
Η άνοια αποτελεί μία από τις σημαντικότερες αιτίες θανάτου παγκοσμίως, ενώ ο αριθμός των περιστατικών συνεχίζει να αυξάνεται καθώς μεγαλώνει ο πληθυσμός. Αν και παράγοντες όπως η ηλικία και η κληρονομικότητα δεν μπορούν να αλλάξουν, οι ειδικοί εκτιμούν ότι αρκετές περιπτώσεις θα μπορούσαν να καθυστερήσουν ή ακόμη και να προληφθούν με αλλαγές στον τρόπο ζωής.
Ένας από τους παράγοντες που έχουν συνδεθεί με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης άνοιας είναι η παχυσαρκία στη μέση ηλικία. Για τον λόγο αυτό, οι επιστήμονες αναζητούν διατροφικές συνήθειες που μπορούν να προστατεύσουν τόσο το σώμα όσο και τον εγκέφαλο.
Πώς πραγματοποιήθηκε η μελέτη
Οι ερευνητές παρακολούθησαν 47 γυναίκες ηλικίας από 50 έως 79 ετών, οι οποίες ήταν υπέρβαρες ή είχαν παχυσαρκία, οι οποίες ακολούθησαν για έξι μήνες πρόγραμμα διατροφής με περίπου 500 θερμίδες λιγότερες την ημέρα. Οι συμμετέχουσες χωρίστηκαν σε δύο ομάδες. Η πρώτη κατανάλωνε όλα τα γεύματά της μέσα σε διάστημα εννέα ωρών, συνήθως από τις 10 το πρωί έως τις 6 το απόγευμα. Η δεύτερη ομάδα έτρωγε μέσα σε μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, περίπου 12 ωρών, όπως συμβαίνει συνήθως στην καθημερινότητα.
Τι έδειξαν τα αποτελέσματα
Στο τέλος της μελέτης, και οι δύο ομάδες είχαν χάσει σχεδόν το ίδιο βάρος, κατά μέσο όρο περίπου επτά κιλά. Η διαφορά εντοπίστηκε όταν αξιολογήθηκαν οι γνωστικές τους λειτουργίες.
Πιο συγκεκριμένα, οι γυναίκες που περιόρισαν τα γεύματά τους στο εννιάωρο παρουσίασαν καλύτερες επιδόσεις σε δοκιμασίες που αξιολογούσαν την ικανότητα σχεδιασμού, τον χωρικό προσανατολισμό και την επίλυση προβλημάτων. Παράλληλα, υπήρξαν ενδείξεις ότι έκαναν λιγότερα λάθη σε τεστ μνήμης και μάθησης. Σε άλλες δοκιμασίες, όπως εκείνες που μετρούσαν την ταχύτητα αντίδρασης και την ικανότητα εκτέλεσης πολλών εργασιών ταυτόχρονα, οι διαφορές ανάμεσα στις δύο ομάδες ήταν μικρές ή δεν υπήρχαν.
Οι ερευνητές χαρακτηρίζουν τα οφέλη περιορισμένα αλλά ενδιαφέροντα, καθώς φαίνεται ότι η συγκεκριμένη διατροφική πρακτική ίσως βοηθά τους ανθρώπους να θυμούνται καλύτερα πληροφορίες της καθημερινότητας και να κάνουν λιγότερα λάθη που σχετίζονται με τη μνήμη, την προσοχή και την επίλυση προβλημάτων.
Γιατί μπορεί να παίζει ρόλο η ώρα του φαγητού
Η επιστημονική ομάδα σκοπεύει τώρα να διερευνήσει γιατί η ώρα των γευμάτων φαίνεται να επηρεάζει τη λειτουργία του εγκεφάλου. Μία πιθανή εξήγηση είναι ότι ο χρονικός περιορισμός της λήψης τροφής λειτουργεί σε συνδυασμό με το βιολογικό μας ρολόι, επηρεάζοντας τον μεταβολισμό, τα επίπεδα φλεγμονής και τον τρόπο με τον οποίο ο οργανισμός διαχειρίζεται το σάκχαρο στο αίμα. Προηγούμενες μελέτες έχουν δείξει ότι η μεγαλύτερη διάρκεια νυχτερινής αποχής από το φαγητό συνδέεται με καλύτερο έλεγχο του σωματικού βάρους, μικρότερη περίμετρο μέσης, χαμηλότερη αρτηριακή πίεση και βελτίωση διαφόρων μεταβολικών δεικτών. Στην πραγματικότητα, όμως, σε πολλές χώρες, οι άνθρωποι καταναλώνουν φαγητό μέσα σε διάστημα που μπορεί να φτάνει ακόμη και τις 14 ώρες καθημερινά. Αυτό σημαίνει ότι το σώμα έχει σχετικά μικρό χρονικό διάστημα νυχτερινής νηστείας.
Τα πολλαπλά οφέλη της διαλειμματικής νηστείας υπό περαιτέρω διερεύνηση
Ανεξάρτητοι ειδικοί θεωρούν ότι τα αποτελέσματα είναι ενθαρρυντικά, ιδιαίτερα για άτομα μέσης και μεγαλύτερης ηλικίας με αυξημένο σωματικό βάρος. Η αποφυγή μεγάλων γευμάτων αργά το βράδυ μπορεί να συμβάλλει σε καλύτερο έλεγχο του σακχάρου, στη βελτίωση της λειτουργίας των αγγείων και στη μείωση της φλεγμονής, παράγοντες που πιθανώς επηρεάζουν και την υγεία του εγκεφάλου.
Αν τα ευρήματα επιβεβαιωθούν και από μεγαλύτερες μελέτες, τότε ο χρονικός περιορισμός των γευμάτων θα μπορούσε να αποτελέσει μια απλή και εύκολα εφαρμόσιμη στρατηγική που, μαζί με μια ισορροπημένη διατροφή και τη διατήρηση υγιούς σωματικού βάρους, θα βοηθά στην προστασία της γνωστικής λειτουργίας όσο περνούν τα χρόνια.